- Details
- Category: Αναδημοσιεύσεις
Το σχέδιο αναδιάρθρωσης του ΟΑΣΑ περιλαμβάνει πάμπολλες ρυθμίσεις και «φρέσκες νέες ιδέες» για την πάταξη της «λαθρεπιβίβασης» και τον έλεγχο των επιβατών: περιστρεφόμενες μπάρες και είσοδος μόνο από την μπροστινή πόρτα στα λεωφορεία, σημεία ελέγχου στην είσοδο και την έξοδο των σταθμών του μετρό, σώμα ελεγκτών με τη συμμετοχή της αστυνομίας, αλλά και κάμερες μέσα κι έξω από βαγόνια του μετρό και τα λεωφορεία.
Διαμορφώνεται έτσι εάν περιβάλλον εντατικού ελέγχου και καταγραφής της καθημερινότητας μας, με τις μετακινήσεις μας να αποτελούν εκτός από εμπόρευμα και έναν όγκο δεδομένων προς καταγραφή για κάθε πιθανή εκμετάλλευση.
Για όποιον λοιπόν τολμήσει να σκεφτεί να μην πληρώσει την τιμή της μετακίνησης (που θα αυξάνει ανάλογα του μήκους της διαδρομής) τον περιμένει ένας στρατός ρουφιάνων (με σήμα και χωρίς)-τοποτηρητών στην γη της αγίας επικύρωσης του εισιτήριου, έτοιμος να κυνηγήσει και να τιμωρήσει όποιον πέσει στο θανάσιμο αμάρτημα της «λαθρεπιβίβασης» (η μνήμη του δολοφονημένου Θανάση Καναούτη στο Περιστέρι για ένα εισιτήριο σε τρόλεϊ είναι πάντα ζωντανή) και φυσικά το απόλυτο αξεσουάρ κάθε εξουσίας που σέβεται τον εαυτό της: κάμερες.
Ποιο είναι όμως αυτό το περίφημο σώμα των (λαθρ)επιβατών που το κράτος θέλει τόσο να καθυποτάξει; Μα μήπως δεν είναι οι χιλιάδες εργαζόμενοι που ταχύτατα θα πρέπει να μεταφέρονται απ’ τον έναν τόπο εκμετάλλευσης στον άλλο; Μα μήπως δεν είμαστε όλοι εμείς, υποχρεωμένοι να μετακινούμαστε για ώρες εντός της μητρόπολης σε αποστάσεις χιλιομέτρων από το σπίτι στην δουλειά, από το σχολείο στο φροντιστήριο, από οπουδήποτε υποχρεωνόμαστε να βρεθούμε προς οπουδήποτε επιλέγουμε να είμαστε; Μήπως δεν είμαστε εμείς σε όλες τις εκφάνσεις της καπιταλιστικής μας υστερίας; Νευρικοί κατσούφηδες εργαζόμενοι το πρωί, αλλοπαρμένοι στον παραμυθένιο κόσμο της κατανάλωσης αγοραστές το απόγευμα, ανέμελοι και αεράτοι στις ημιφωτισμένες αίθουσες της αποβλάκωσης καταναγκαστικά διασκευαζόμενοι το βράδυ;
Τι είναι όμως και οι μετακινήσεις μας για να ζητάμε την απελευθέρωση τους;
Οι μετακινήσεις μας δεν είναι ελεύθερες όχι μόνο γιατί πρέπει να τις πληρώνουμε. Δεν είναι ελεύθερες γιατί το ποιοι είμαστε και που πάμε, παρακολουθείται και καταγράφεται. Δεν είναι ελεύθερες γιατί οι διαχειριστές των μέσων μεταφοράς μπορούν να ανοίξουν και να κλείσουν τις εισόδους και τις εξόδους όποτε αυτοί θέλουν, χρησιμοποιώντας τες είτε σαν μέσο εξυπηρέτησης της οικονομίας, είτε σαν μέσο καταστολής μέσω της απαγόρευσης της μετακίνησης. Δεν είναι καν προϊόν ελεύθερης βούλησης. Στις περισσότερες των περιπτώσεων αναγκαζόμαστε να μετακινούμαστε για να εξυπηρετήσουμε τις ανάγκες της εργασίας, των συναλλαγών και του εμπορίου μετατρέποντας έτσι τους εαυτούς μας από ταξιδιώτες σε ζωντανές αποσκευές-εμπορεύματα.
Είναι λοιπόν χρήσιμο να καταλάβουμε πως ένα μεγάλο κομμάτι της ελευθερίας μας εναπόκειται στην επιλογή του λόγου, του τρόπου και του τόπου μετακίνησής μας. Είναι ο ζωτικός μας χώρος και όσο πιο γρήγορα τον καταλάβουμε (με την έννοια της κατάληψης και όχι της κατανόησης ) τόσο πιο ελεύθεροι θα είμαστε. Αυτός είναι και ο λόγος που εδώ και καιρό σε κάθε σχεδόν γειτονιά, σαμποτάρονται τα νέα ακυρωτικά μηχανήματα εντός λεωφορείων και σταθμών του μετρό, με τους ελεγκτές εκτός από πρόστιμα να εισπράττουν και φάπες.
Τα εργαλεία μας είναι ζεστά κι ακονισμένα:
Δείχνουμε αλληλεγγύη σε όσους δέχονται την βία των ελεγκτών και τους αντιμετωπίζουμε από κοινού.
Ακυρώνουμε στην πράξη τα ακυρωτικά μηχανήματα
[ Αναδημοσίευση από Μπλόκο στην Εξουσία (Νίκαια) ]
- Details
- Category: Αναδημοσιεύσεις
«Ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας»
Η στέγαση αποτελεί βασικό κομμάτι για την επιβίωσή μας και ταυτόχρονα εξυπηρετεί πολλές από τις ανάγκες μας. Στην κοινωνία των εμπορευμάτων, η κατοικία δε ξεφεύγει από το γενικό κανόνα, καθώς παράγεται εντός της και έχει μια τιμή. Στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης, το κόστος της στέγης (μεταξύ άλλων) γίνεται ολοένα και πιο δυσβάσταχτο, κυρίως για τα οικονομικά πιο αδύναμα στρώματα. Η δαπάνη για την κατοικία επιβάλλει την καταβολή ενός μεγάλου μέρους του βασικού εισοδήματος, είτε με τη μορφή ενοικίου είτε με τη μορφή φορολογίας, στεγαστικών δανείων και δημοτικών τελών.
Στις περισσότερες μεγάλες πόλεις στον ελλαδικό χώρο, η ύπαρξη και η ζήτηση «φοιτητικών κατοικιών» δημιουργεί μια επιπλέον πίεση στην αγορά/ενοικίαση ακίνητων, καθώς οι φοιτητές αποτελούν έναν ιδιαίτερο τύπο ενοικιαστών. Αυτό συμβαίνει γιατί η ανάγκη στέγασής των φοιτητών είναι συνήθως εντός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου και θεωρείται επένδυση για μια οικογένεια ή για τους ίδιους εάν αυτοσυντηρούνται. Για την κάλυψη αυτής της ανάγκης έχει διαμορφωθεί μια ειδική κατηγορία αγοράς, στην oποία προσφέρονται ασφυκτικά μικροί χώροι με δυσανάλογα μεγάλο κόστος και η οποία δυσχεραίνει την εύρεση ικανοποιητικής κατοικίας τόσο για τις φοιτήτριες-φοιτητές όσο και για το υπόλοιπο κομμάτι ενοικιαστών.
Στις σύγχρονες πόλεις, η διαβίωση στις περιοχές κατοικίας των υποτιμημένων κομματιών του πληθυσμού δεν είναι συνήθως κάτι το ευχάριστο. Τα σπίτια είναι μικρά και λείπουν οι κοινόχρηστοι χώροι για συνάντηση και επικοινωνία των ατόμων. Η πόλη αποτελεί ένα μεγάλο εργοστάσιο παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών και στην ουσία τα σπίτια είναι στάβλοι εργαζομένων σε κακή κατάσταση, με αναντίστοιχα μεγάλο κόστος για αυτές. Το ενοίκιο είναι ένας ακόμα τρόπος με τον οποίο οι ιδιοκτήτες της πόλης επωφελούνται των εργαζομένων. Όταν, λοιπόν, μιλάμε για την ανάγκη της κατοικίας, είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσουμε ότι δε μιλάμε για την ανάγκη συνέχισης της ύπαρξης των πόλεων/κατοικιών σε αυτή τη μορφή.
Αξίζει να αναφέρουμε, εν τάχει, το πρόσφατο -για την Ελλάδα- φαινόμενο της υπενοικίασης κατοικιών ή δωματίων, για πολύ συγκεκριμένο (μικρό) διάστημα και σε πολύ διαφορετικό κόστος σε σχέση με τη μακροχρόνια ενοικίαση. Η ζήτηση για αυτή τη μορφή διαμονής τοποθετεί την κατοικία στον τουριστικό τομέα, εμφανίζοντας με αυτό τον τρόπο νέες μορφές εργασίας. Ωστόσο, υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ κάποιου που υπενοικιάζει ένα δωμάτιο ή το σπίτι του για να τα βγάλει πέρα και κάποιου μεγαλοϊδιοκτήτη/εισοδηματία, που στοχεύει στην εκμετάλλευση αυτής της αγοράς.
Περιγράφοντας το θέμα του κόστους και της διάθεσης της κατοικίας και εστιάζοντας χωρικά στην Άνω Πόλη, θέλουμε να σημειώσουμε την αλλαγή στο τοπίο που προκάλεσε η ανάπλαση κατοικιών και δρόμων, με πρόφαση την ιστορικότητα της πόλης και στόχο την προώθηση της τουριστικής ανάπτυξης. Αυτό παρατηρήθηκε έντονα το 1997, στα πλαίσια των έργων ανάπτυξης με την ανάδειξη της πόλης σε Πολιτιστική Πρωτεύουσα και συνεχίζεται ακόμη και σήμερα. Τα φτωχότεροι κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την περιοχή σε μεγάλο βαθμό αφενός λόγω της απαλλοτρίωσης της κατοικίας τους (κατεδάφιση καστροπλήκτων) και της τουριστικής ανάπτυξης, αφετέρου λόγω της αύξησης των τιμών του ενοικίου, εξαιτίας του εξευγενισμού της περιοχής. Η άνω πόλη αποτελεί ένα πεδίο αγώνα ανάμεσα σε μετανάστες, άνεργες, φοιτητές, εργαζόμενες, που νοικιάζουν η προχωρούν σε καταλήψεις στέγης, και σε άτομα των εισοδηματικά ανώτερων στρωμάτων που εγκαθίστανται στην περιοχή.
«Κεραμίδα στα κεφάλια μας»
Σαν απάντηση στις δυσκολίες ικανοποίησης αυτής της ανάγκης, στο παρελθόν αναπτύχθηκαν αγώνες γύρω από την στέγη για την προστασία σπιτιών που κατασκευάστηκαν από εργατικούς πληθυσμούς, όταν αυτοί αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στις πόλεις από την ύπαιθρο προς αναζήτηση εργασίας. Αντίστοιχα, νεολαιίστικα ριζοσπαστικά κομμάτια προωθούν τις καταλήψεις στέγης, τόσο σαν απάντηση στο ζήτημα της κατοικίας όσο και σαν προσπάθεια πραγμάτωσης μιας άλλης καθημερινότητας. Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, είδαμε επίσης πολλές αρνήσεις πληρωμής ενοικίων και λογαριασμών, ρευματοκλοπές καθώς και μαζικές αυτομειώσεις.
Για εμάς το ζήτημα της κατοικίας είναι μια ανάγκη που δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται από την καθεμία μόνη της, αλλά με συλλογικούς, αυτοοργανωμένους αγώνες. Παρ’ όλα αυτά, στο διάστημα πριν την κρίση, η ατομική λύση αποτέλεσε τον κανόνα, με την εξασφάλιση κατοικιών μέσω λήψης στεγαστικών δανείων. Οι τράπεζες, με σκοπό την κυκλοφορία του χρήματος, ξεκίνησαν να προωθούν στεγαστικά/καταναλωτικά/ φοιτητικά κλπ δάνεια, τα οποία δε θα μπορούσαν να εξοφληθούν, διότι δεν αντιστοιχούσαν στις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες των δανειοληπτών. Το φαινόμενο αυτό συναντήθηκε από την κουλτούρα του αλόγιστου καταναλωτισμού, του νεοπλουτισμού και της ατομικής επιτυχίας.
«Κεραμίδα που θα πέσει στα κεφάλια τους»
Έχουμε βρεθεί αντιμέτωπες με καταστάσεις που αφορούν το στεγαστικό ζήτημα (εξώσεις, αυτομειώσεις, εκκενώσεις καταλήψεων κ.α.) και σε κάθε περίπτωση μας αφορά. Η πρόσφατη επίσπευση των πλειστηριασμών για επαγγελματικά και καταναλωτικά δάνεια προκύπτει από την ανάγκη των τραπεζών να εισπράξουν τα χρήματα τους, σε μία εποχή που η αντικειμενική αξία της κατοικίας έχει μειωθεί και ακόμη και η κατάσχεση ενός σπιτιού δεν αρκεί για την αποπληρωμή του δανείου. Με τον ίδιο τρόπο, λαμβάνει χώρα και ένας έμμεσος εκβιασμός για την υποχρεωτική ρύθμιση των οφειλών από στεγαστικά δάνεια πρώτης κατοικίας, πάντοτε για την εξασφάλιση των τραπεζικών συμφερόντων και με πρόσχημα τη βοήθεια των «αδύναμων» στρωμάτων.
Θεωρούμε ότι οι κινητοποιήσεις που εναντιώνονται στους επικείμενους πλειστηριασμούς αποτελούν μια ευκαιρία να συναντηθούμε με κόσμο που έχει αγωνιστική διάθεση, έξω από λογικές ανάθεσης και κομματικούς μηχανισμούς, με τους τελευταίους να στοχεύουν στην ανάδειξη της δικής τους κομματικής ατζέντας και την ανάληψη εξουσίας, χωρίς να επιδιώκουν μια ριζική κοινωνική αλλαγή.
Εκτός από την παρουσία κομματικών μηχανισμών βρίσκουμε προβληματική την απουσία κοινότητας αγώνα των ατόμων πέρα και έξω από τον χώρο των δικαστηρίων. Επίσης, δεν είμαστε σίγουρες ότι μπορούμε να συνταχθούμε άκριτα με οποιονδήποτε συμμετέχει στις κινητοποιήσεις, γιατί διαχωρίζουμε τη θέση μας από ατομικιστικές και φασιστικές αντιλήψεις και από τις λογικές του ανταγωνισμού και του κέρδους.
Πρέπει να είμαστε ξεκάθαρες, ότι δεν επιθυμούμε την επιστροφή σε «περασμένα μεγαλεία» και δεν είναι στόχος μας να επιστρέψουμε στη φούσκα των δεκαετιών ’80-΄90, αλλά να θέσουμε βάσεις για μια ικανοποιητική και σύμφωνα με τις ανάγκες μας ζωή τώρα και στο μέλλον.
Έχουμε συνείδηση της θέσης μας και χτίζουμε τα δικά μας θεμέλια με συλλογικούς αγώνες.
Όσο οι ανάγκες μας είναι εμπορεύματα, θα διεκδικούμε συλλογικά την ικανοποίησή τους.
Ενάντια στην κοινωνία των εμπορευμάτων και τη λογική της ανάθεσης.
Ανοιχτή Συνέλευση Αγώνα Άνω Πόλης
anopoli.espivblogs.net |
Πλατεία Κουλέ Καφέ, Λεωφορείο 23
(Στάση: Κουλέ Καφέ)
Βρείτε το αρχείο σε PDF εδώ: pleistiriasmoi keimeno
- Details
- Category: Αναδημοσιεύσεις
«πλήρωσε το φόρο και κοιμήσου πεινασμένος»
Τον τελευταίο μήνα η Λευκορωσία ταλανίζεται από διαδηλώσεις. Οι αναλύσεις που ερμηνεύουν τις πορείες της Λευκορωσίας ως γεωπολιτικό παράγωγο της απόκλισης της από τη Ρωσική πολιτική είναι τουλάχιστον αποπροσανατολιστικές και επικίνδυνες. Για να γίνει κατανοητό το τι συμβαίνει εκεί, αλλά και γιατί αυτό μας αφορά ως προς τα αναλυτικά συμπεράσματα πρέπει να γίνει μια μικρή έστω ανάλυση του τι είναι και πως έφτασε ως εδώ η Λευκορωσία. Η ιστορία της πολιτικής είναι όχι η γεωπολιτική αλλά η ιστορία της ταξικής πάλης της χώρας. Γιατί όμως δεν ακούμε τίποτα από τα ελληνικά-κινηματικά και μη-μέσα για τις πορείες στη Λευκορωσία; Γιατί οι πορείες εκεί έχοντας βαθιά κοινωνικό χαρακτήρα με σχετικά αδιαμεσολάβητο τρόπο, σε συνδυασμό με με την απροσδιόριστη εξωτερική πολιτική της χώρας που προσπαθεί να εξισορροπήσει τις εσωτερικές της αντιφάσεις, δεν ταιριάζει σε καμία γεωπολιτική ανάλυση του όψιμου αγοραίου αντι-ιμπεριαλισμού.
Πως φτάσαμε ως εδώ.
Η Λευκορωσία σε αντίθεση με τις άλλες μετα-σοβιετικές δημοκρατίες του ευρωπαϊκού εδάφους (Ουκρανία, Γεωργία, Μολδαβία) δεν υπέστη το σοκ της μετάβασης, Με την διάλυση της σοβιετικής ένωσης η Λευκορωσία δεν ακολούθησε ακραία και άμεση φιλελευθεροποίηση. Αντιθέτως κράτησε σε μεγάλο βαθμό το κεφάλαιο της κρατικά ελεγχόμενο (το 80% της κίνησης κεφαλαίου της χώρας είναι κρατικό), η σοβιετική νομοθεσία σε μεγάλο βαθμό έμεινε ανέγγιχτη, Η Λευκορωσία ήδη από την σοβιετική εποχή ήταν μια βαριά εκβιομηχανισμένη χώρα, που προμήθευε με βαρύ εξοπλισμό το σύνολο του ανατολικού μπλόκ. Τα εργοστάσια αυτά παρέμειναν υπό κρατικό έλεγχο, όπως και η κεντρική τράπεζα της χώρας (1998). Μετά από μια σύντομη περίοδο αναταραχής μεταξύ 1991-1994 η Λευκορωσία υπό την ηγεσία του Αλεξάντρ Λουκασένκο ξαναγύρισε γρήγορα στο σοβιετικό σύστημα. Τα παλιά σοβιετικά σύμβολα, του στρατού, της αστυνομίας, και της νομοθεσίας επανήλθαν. Ο Λουκασένκο σε δύο δημοψηφίσματα το 1994 και το 1996 θα δεσμευτεί να κρατήσει τη χώρα σε ένα καθεστώς όσο το δυνατόν πιο κοντά στο σοβιετικό μοντέλο ενώ θα δημιουργήσει την πρώτη χωρίς βίζα οικονομική ένωση με τη Ρωσιά, Από το 1999 και με την άνοδο του Β.Πούτιν στην εξουσία στη Ρωσία, η χώρα ακολουθεί σταθερή φιλορωσική πολιτική, κυρίως βρίσκοντας αγορές για τα εξαγωγικά της προϊόντα στη Ρωσία και την Ουκρανία, και σε αντάλλαγμα λάμβανε οικονομική βοήθεια απο τη Ρωσία καθώς και ιδιαίτερα προνομιακή ενεργειακή πολιτική. Η Λευκορωσία προμηθεύεται για τις βιομηχανίες της πρώτες ύλες και φυσικό αέριο σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές και με δυνατότητα πίστωσης από τη Ρωσία. Αυτή η πολιτική είχε τρεις βασικές επιπτώσεις: η Λευκορωσία δεν βίωσε ουσιαστικό οικονομικό σοκ, καθώς οι οικονομικές συνθήκες τις χώρας άλλαξαν πολύ αργά και υπό σταθερό κρατικό έλεγχο. Το καθεστώς παρέμεινε μετά το 1994 σταθερό με το Λουκασένκο να βρίσκεται από τότε μέχρι σήμερα σταθερά στην εξουσία και να μην έχουν γίνει ελεύθερες εκλογές στη χώρα από το 1994. Αυτό συνοδεύτηκε από μια αύξηση του αστυνομικού κράτους, Τέλος, ενώ όπως είναι λογικό στην αρχή μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού στήριξε τον Λουκασένκο στην πολιτική σταθερότητας-κυρίως αφού στις γειτονικές χώρες η οικονομική αστάθεια που εντείνονταν προκαλούσε φόβο, από ένα σημείο και μετά η πολιτική του άρχισε να προκαλεί-έστω και ισχνές-δυσαρέσκειες.
Οι εργαζόμενοι της Λευκορωσίας τότε-το 1994 και μέχρι το 2004 έκαναν μα σταθερά λογική επιλογή: επέλεγαν να στηρίξουν μια κυβέρνηση που κρατούσε την κοινωνική αναπαραγωγή σε σχετικά σταθερό επίπεδο, και επέλεγαν μέσω αυτής την μη υποτίμηση τους ή την λιγότερο δυνατή υποτίμηση. Οι αναλύσεις που ονομάζουν τον Λουκασένκο δικτάτορα, και αποδίδουν τις πορείες σήμερα εναντίον του στη μακρά αντιδημοκρατικότητα του ξεχνούν ότι στην χώρα μεταξύ 1994-2004 δεν είχε γίνει ούτε μια πορεία. Το καθεστώς μπορεί πρακτικά να μην ήταν δημοκρατικό, έχαιρε όμως λαϊκής αποδοχής, ήτοι υπήρχε ένα μεγάλο κοινωνικό κομμάτι που ένιωθε ότι η κυρίαρχη πολιτική το εκπροσωπεί. Έτσι και αλλιώς το 1994 και μετά το 1996, στις μοναδικές ελεύθερες εκλογές που έχουν γίνει, ο Λουκασένκο είχε βγει όντως με συντριπτικές πλειοψηφίες με την υπόσχεση μόνο και μόνο της σταθερότητας και της πιστότητας στο σοβιετικό μοντέλο. Η Λευκορωσία υπήρξε το ανομολόγητο πρότυπο όλων των σημερινών ευρωσκεπτικιστών που παλινδρομούν στο μύθο του σοβιετικού παραδείσου. Η Λευκορωσία μας δείχνει ότι οι «αντιλαϊκές πολιτικές»(sic) δεν είναι πολιτικές κάποιου επιτελείου, η φιλελευθεροποίηση δεν είναι πολιτική. Είναι η λογική και ιστορική εκδίπλωση του νόμου της αξίας, η παρούσα δομική εξέλιξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής . Η χώρα τα είχε όλα: εργοστάσια να δουλεύουν, αντι-φιλελέυθερη διακυβέρνηση που κρατούσε τις παλιές καλές σοβιετικές αξίες, δικές τις-σε μικρό βαθμό-πλουτοπαραγωγικές πηγές και προνομιακές εισαγωγές από τη Ρωσία, πίστωση με χαμηλά επιτόκια κοκ. Και όμως τα πράγματα έφτασαν ως εδώ, γιατί δύο δυνάμεις συγκρούστηκαν: η ανάγκη αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης με την αντιφατική ανάγκη αναπαραγωγής της κερδοφορίας σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Αυτές οι δύο δυνάμεις είναι η εσωτερική αντίφαση της σχέσης κεφάλαιο που έφτασε στα άκρα της .
Παρόλα αυτά το επίπεδο ζωής στη Λευκορωσία αν και με “αλεξίπτωτο” έπεφτε διαρκώς. Αυτό ήταν αναμενόμενο δεδομένης της παγκόσμιας κρίσης υπεραξίας που άρχισε να διαφαίνεται ήδη στον ορίζοντα από το 2004 και μετά. Η Λευκορωσία παρήγαγε, αλλά αυτά που παρήγαγε δεν ήταν χρήσιμα σε κανέναν, ενώ η άνοδος της παραγωγικότητας διεθνώς είχε καταστήσει τα προϊόντα της χώρας χαμηλά στη τιμή τους στη διεθνή αγορά. Σε μια εποχή αυτοματοποίησης η Λευκορωσία παρήγαγε ακόμα σε παλιά σοβιετικά εργοστάσια, αρνούτανε να κόψει θέσεις εργασίας ή να μειώσει μισθούς στο πλαίσιο σταθερότητας του καθεστώτος. Η κερδοφορία της οικονομίας της χώρας έπεφτε κατακόρυφα, ενώ ταυτόχρονα-παρά τους προνομιακούς όρους-εξαρτιόταν από τη Ρωσία για πρώτες ύλες διαφόρων ειδών. Παρόλα αυτά καθώς το σύνολο των εργοστασίων της χώρας ήταν κρατικό, και συνεπώς παρέμενε ανοιχτό με κρατική οικονομική βοήθεια και η ανεργία επίσημα έμεινε στο 1,5-5% σχεδόν σταθερά. Πως όμως το κράτος πλήρωνε μισθούς ενώ η οικονομία αδυνατούσε να ανταπεξέλθει στις διεθνείς συνθήκες συσσώρευσης του κεφαλαίου; Με δύο τρόπους: εξωτερικά δάνεια, και ακόμα πιο απλά τύπωμα χρήματος. Η Λευκορωσία παρά τις αντιφάσεις της ακόμα και μετά το 2004 ανέβασε τους ονομαστικούς μισθούς στη χώρα.
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα το βάθεμα μιας συσσωρευτικής κρίσης: το χρήμα που κοβόταν δεν αντιστοιχούσε σε μια πραγματοποιημένη αξία εμπορευμάτων, δηλαδή σε μια πραγματοποιημένη υπεραξία. Τα εμπορεύματα δεν αγοράζονταν αλλά οι μισθοί παρέμεναν: ο πληθωρισμός σκαρφάλωσε δύο φορές σε τεράστια ύψη: το 2000 σχεδόν στο 350% οδηγώντας σε νέο νόμισμα(το λεγόμενο δεύτερο ρούβλι, το οποίο είχε αντιστοιχία με το παλιό 1-1.000). Το 2009 και το 2010 ο πληθωρισμός ανέβηκε στο 108% με αποτέλεσμα τελικά το 2016 να γίνει πάλι αλλαγή νομίσματος με αναλογία 1-10.000 από το προηγούμενο ρούβλι. Η σημερινή αναλογία ευρώ- λευκορώσικου ρουβλιού είναι 20.300 byr–>1e.
Η Λευκορωσία επίσης δεν έχει καμία επίσημη καταγραφή της ανεργίας πέρα από το 1% που δίνει ως σταθερό ποσοστό, καθώς τυπικά όλοι δουλεύουν ακόμα και σε εργοστάσια τα οποία υπολειτουργούν. Ανεπίσημες πηγές αναφέρουν ότι η ανεργία μπορεί να είναι από 24% έως και 40% με τον μισθό για όσους εργάζονται να είναι στα 250e.
Ο αχαλίνωτος πληθωρισμός και η υποτίμηση του νομίσματος οδήγησαν τη χώρα σε σημαντικά προβλήματα στις εισαγωγές της ενώ την έφεραν προ τετελεσμένων γεγονότων λόγω των εσωτερικών αντιφάσεων του κεφαλαίου: η οικονομία έπρεπε να μεταρρυθμιστεί καθώς η κρίσης ήταν αναπόφευκτη. Εδώ οι κοινωνικές εντάσεις άρχισαν να συσσωρεύονται καθώς υπήρχε πίεση από τη μια να μη μεταρρυθμιστεί η οικονομία προς πιο φιλελεύθερα μοντέλα από την άλλη η παρούσα κατάσταση δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Οι πρώτες πορείες στη χώρα γίνονται το 2010 με κεντρικό σύνθημα την αλλαγή κυβέρνησης, και μια απροσδιόριστη κατηγορία προς τον Λουκασένκο και τα στελέχη του περι “αντι-δημοκρατικότητας” ως υπαίτιων για την κρίση. Οι πορείες γνωρίζουν άγρια καταστολή. Από τότε η κατάσταση σιγοβράζει με την σταδιακή ανάδυση μιας αντιπολίτευσης, κυρίως φιλελεύθερης και αριστερής, που είχε παρουσία είτε στο εξωτερικό είτε στα social media. Βασικό αίτημα όλων ήταν η με οποιονδήποτε τρόπο μη υποτίμηση της ζωής περαιτέρω αν και οι λόγοι, οι υπαίτιοι και οι αναλύσεις ποικίλαν. Παρόλα αυτά μια ευρύτερη ομοφωνία δημιουργήθηκε ως προς αυτό. Καθώς και μια αντίληψη ότι ο Λουκασένκο πρέπει να φύγει.
2016-2017. Ο νόμος ενάντια στους ανέργους
Οι πορείες του Μαιντάν στην Ουκρανία και το χάος που ακολούθησε άσκησαν μια αμφίθυμη επίδραση στην Λευκορωσική κοινή γνώμη. Από τη μια ο αντι-κυβερνητικός χαρακτήρας, με βασικό αίτημα την απαγκίστρωση από τη ρωσική πολιτική άσκησε θετική επίδραση, καθώς ο Λουκασένκο παραδοσιακά «φιλορώσος» θεωρούταν υπαίτιος της κρίσης στη χώρα, και μέσω αυτού η Ρωσία η οποία στήριζε έναν «δικτάτορα» με πάνω από 20 χρόνια στη εξουσία. Από την άλλη η ηγεμονία στις πορείες εθνικιστών, ακραίου αντιρωσικού λόγου από τα πολιτικά κόμματα, και κυρίως ο πόλεμος που ακολούθησε άσκησαν σαφώς αρνητική επίδραση: οι λευκορώσοι ανασκουμπώθηκαν υπό τον φόβο της αστάθειας και του χάους.
Εδώ να τονίσουμε για μια ακόμη φορά ότι η εργατική τάξη μόνο διαμεσολαβημένα εμφανίζεται σε όλη αυτή τη ρητορική. Το κύριο σημαίνον το οποίο ηγεμονεύει και εδώ ως ερμηνευτικό της κρίσης είναι η έλλειψη δημοκρατίας και η προσωποποίηση της κρίσης στον Λουκασένκο ως υπαίτιου. Μια τέτοια προσέγγιση αν και σαφώς προβληματική ήταν αναπόφευκτη στο παρόν ιστορικό πλαίσιο της χώρας, και βάσει της πλήρους απουσίας προηγούμενης πολιτικής δραστηριότητας. Παρόλα αυτά αυτό που πυροδότησε τις πορείες στην Λευκορωσία δεν ήταν η γενικότερη κρίση του Λευκορωσικού κράτους και ο γεωπολιτικός προσανατολισμός συνολικά της αστικής κοινωνίας αλλά συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία ήταν άμεσα συνδεδεμένα με την κοινωνική αναπαραγωγή. Αυτός είναι και ο λόγος που οι πορείες αν και έχουν σαφώς ένα εθνικό άρωμα απέχουν αρκετά από το να γίνουν εθνικιστικές ενώ η ηγεμονική ριζοσπαστική δύναμη στη χωρά κατά τις πορείες αναδείχθηκε ο αναρχικός χώρος.
Το 2015 στη Λευκορωσία η οικονομική κρίση είχε βαθύνει αρκετά με αρκετά μεγάλο κομμάτι των πολιτών να ζει ομαδικά σε σπίτια με έναν άτομο να εργάζεται. Αν και η χώρα επίσημα στο εξωτερικό δεν δηλώνει στοιχεία ανεργίας, εντός της χώρας αν κάποιος δεν βρίσκει δουλειά δεν δηλώνει εισόδημα και συνεπώς δεν φορολογείται, κάτι που χαρακτηρίζει μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού και φτάνει κυρίως στο 70% μεταξύ των νέων 25-35 ετών. Τότε εγκαινιάστηκε ο νόμος ενάντια στα «κοινωνικά παράσιτα» (тунеядец-tuneyadets, ουσιαστικά πρόκειται για επαναφορά παλαιότερου σοβιετικού νόμου-άρθρο 209 του Π.Κ της ΕΣΣΔ) δηλαδή νόμος που επέβαλε ειδική φορολογία σε όποιον δεν δήλωνε εισόδημα από εργασία. Δεδομένης της κατάστασης στην αγορά εργασίας αυτό αφορούσε μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού. Ο νόμος αυτός είχε δύο κατευθύνσεις: την πίεση αυτού του πληθυσμού προς την εργασία, και τη φορολόγηση με κάθε τρόπο της μαύρης εργασίας που ήταν αδύνατο όμως να αποδειχθεί. Ο νόμος αυτός ψηφίζεται ταυτόχρονα με σχετικές περικοπές στο κοινωνικό κράτος και της παροχές. Δεδομένου ότι στη Λευκορωσία το κράτος είναι κυριολεκτικά ο συλλογικός κρατικός καπιταλιστής, δηλαδή το κεφάλαιο της χώρας είναι κρατικό, ήταν μια αρκετά επιθετική τακτική του κράτους να αυξήσει το ίδιο το μερίδιο της παραγόμενης αξίας το οποίο καρπώνεται, σε μια προσπάθεια να αυξήσει την κερδοφορία του, να βελτιώσει τους συνολικούς οικονομικούς δείκτες του και να προσελκύσει ξένες επενδύσεις για ένα 20% της οικονομίας που λειτουργεί σε ιδιωτικό καθεστώς. Τα πρώτα πρόστιμα ήρθαν σε παραλήπτες στο τέλος του 2016. Συνολικά εκτιμάται ότι 450.000 άνθρωποι σε όλη τη χώρα καλούνται πληρώσουν πρόστιμο.
Οι πορείες.
Η πρώτη πορεία στις 19 Φεβρουαρίου μαζεύει 4.000 άτομα αριθμός αρκετά μεγάλος για τα δεδομένα της Λευκορωσίας. Οι αρχές αρχικά κρατούν στάση αμηχανίας και δεν υπάρχουν συλληφθέντες ούτε επιθέσεις. Από τις πορείες εξ αρχής απουσιάζουν οι εθνικιστικές και χριστιανοδημοκρατικές δυνάμεις της χώρας που βρίσκονται στην αντιπολίτευση. Η αιτιολογία τους ήταν από τη μια ότι δεν θεωρούσαν τον αγώνα προσοδοφόρο ενώ μεγάλο κομμάτι του κόσμου ήταν λόγω της ιστορικότητας της χώρας εχθρικά διακείμενο προς τις φιλελεύθερες πολιτικές απόψεις: μετά από 20 χρόνια εμπειρίας στις γειτονικές δημοκρατίες της πρώην ΕΣΣΔ, ο μύθος των αυτορυθμιζόμενων αγορών δεν μπορούσε να στηριχθεί. Από την άλλη σε αντίθεση με άλλες χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, η έννοια ενός σχετικά καλά ρυθμιζομένου κράτους πρόνοιας δεν είναι κάτι που αντιστοιχεί στο μακρινό παρελθόν και είναι συνδεδεμένο με την «διαφθορά και την μη ανταγωνιστικότητα» στο δημόσιο discourse. Αν και για αντικειμενικούς λόγους που έχουν να κάνουν με ευρύτερες τάσεις και μετασχηματισμούς του κεφαλαίου, η ύπαρξη ενός τέτοιου κράτους δεν είναι δυνατή πλέον, αυτοί οι λόγοι ούτε είναι ορατοί άμεσα, αλλά ακόμα και αν είναι, είναι αδιάφοροι στο πεδίο της ταξικής πάλης: η εργατική δύναμη απαιτεί από το κεφάλαιο το μερίδιο της, και αν αυτό δεν μπορεί να γίνει απαιτεί με οποιονδήποτε τρόπο την αναπαραγωγή της. Είναι εκεί, σε αυτές τις ακραίες στιγμές που η αντίφαση μεταξύ αναπαραγωγής της ζωής, και αναπαραγωγής του κεφαλαίου φτάνει στην πιο ακραία εμφανή της μορφή. Στο συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου, η φορολογία έγινε ορατή με τέτοιος όρους σε σχέση με την μείωση των παροχών: το κεφάλαιο-ως κρατικό κεφάλαιο μάλιστα-ή θα αύξανε το μερίδιο του στην παραγόμενη αξία ή θα το κρατούσαν, με τους τυπικούς ή άτυπους τρόπους που ήδη έχουν οι εργαζόμενοι. Επισήμως οι πιο ορατές πολιτικές δυνάμεις στις πορείες στις 19 Φεβρουαρίου ήταν οι σοσιαλδημοκράτες, ενώ πρώτη φορά οι αναρχικοί της χώρας βγήκαν μαζικά στους δρόμους με ξεχωριστό μπλοκ και αρκετά μεγάλη αποδοχή απο τους παρευρισκόμενους, κάτι που φάνηκε πιο μετά. Τις επόμενες μέρες, κάτι παράδοξο έγινε που δεν είχε ξαναγίνει στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ: Τα λευκορώσικα ΜΜΕ διαρκώς μιλάνε για τους αναρχικούς και για τον κεντρικό ρόλο που φαίνεται να έχουν στις πορείες. Στο γεγονός αυτό συνεισέφερε ότι οι αναρχικοί ήταν η μόνη πολιτική δύναμη στη χώρα που έκανε οργανωμένη καμπάνια/προπαγάνδα ενάντια στην επιβολή του νέου νόμου. Παρόλα αυτά τα ΜΜΕ δεν ήταν πάντα θετικά διακείμενα. Βέβαια για να γίνει αυτό, όπως κάθε μαζική πολιτική ο λόγος έπρεπε να γίνει πολιτικός: εκτός από την επιβολή του νέου φόρου οι αναρχικές ομάδες ανοιχτά μίλησαν ενάντια στον Λουκασένκο χρησιμοποιώντας το ευρύτερο δημοκρατικό discourse: Ο Λουκασένκο είναι «δικτάτορας» και πρέπει να φύγει.
Η κατάσταση αυτή δημιούργησε στην Λευκορωσία ένα κίνημα ανέργων ενάντια στον νέο φόρο. Μετά τις 19 Φεβρουαρίου σποραδικές πορείες γινόντουσαν σε όλη τη χώρα και αν και δεν υπήρχαν συλλήψεις οι κρατικές αρχές φάνηκε να στενεύουν στην επιτήρηση των πορειών. Στις 15 Μαρτίου η αναρχική ομάδα «revolutsionoe deystvie» καλεί σε παν-λευκορωσική δράση ύστερα από μια εκτεταμένη ενημερωτική καμπάνια που είχε κάνει τις προηγούμενες 15 μέρες. Η ομάδα εκτιμώντας τα κοινωνικά αντανακλαστικά θεώρησε ότι η δράση αυτή θα στηριζόταν από αρκετό κόσμο καθώς το γεγονός είχε προπαγανδιστεί καλά τόσο στο δρόμο όσο και στα social media ενώ στις 5 Μαρτίου ο Λουκασένκο είχε ανακοινώσει ότι ο νόμος δεν καταργείται αλλά θα αναβληθεί η εφαρμογή του για ακόμα ένα χρόνο, κάτι που ενθάρρυνε τους διαδηλωτές. Όντως στις 15 Μαρτίου σε 10 πόλεις της Λευκορωσίας πραγματοποιούνται πορείες από 20 έως 2000 άτομα. Παρόλα αυτά, καθώς οι αρχές παρακολουθούσαν τα καλέσματα βρίσκονταν σε ετοιμότητα. Οι διαδηλωτές ξυλοκοπήθηκαν ενώ 35 άτομα συνελήφθησαν. Αυτό προκάλεσε μεγάλη αναταραχή και ξεκίνησαν πορείες αλληλεγγύης.
Στις 25 Μαρτίου έγινε μια ακόμα μεγάλη πορεία με χαρακτήρα πέρα από την κατάργηση του νόμου, ενάντια στην κρατική καταστολή. Οι πορείες κυρίως στο Μινσκ ήταν μαζικότατες, παρόλα αυτά δέχτηκαν σκληρή καταστολή: αντλίες νερού, στρατός αστυνομικών και συλλήψεις ατόμων από σπίτια και χώρους δουλειάς. Συνολικά αυτή τη στιγμή στη χώρα έχουν συλληφθεί 400 άτομα περίπου, και σχεδόν το σύνολο του αναρχικού χώρου.
ΥΓ. ο σύντροφος Μικολάι Τζιαντόκ, πρώην πολιτικός κρατούμενος επί 5 χρόνια στη Λευκορωσία, καλός φίλος των αρθρογράφων αυτού του μπλόγκ, και άνθρωπος που έχει πραγματοποιήσει εκδηλώσεις και στην Ελλάδα με τον αναρχικό μαύρο σταυρό Μινσκ βρίσκεται στο νοσοκομείο ύστερα από ξυλοδαρμό κατά τη σύλληψη του. Περιμένουμε νεότερα τόσο δικά του όσο και από τις πορείες γενικά και θα υπάρξει σχετική ενημέρωση.
- Details
- Category: Αναδημοσιεύσεις
Στις 13 Μαρτίου έφτασε και εμένα η σειρά μου να καλεστώ να υπηρετήσω στον ελληνικό στρατό. Ένα θεσμό του ελληνικού κράτους που προάγει χαρακτηριστικά και αξίες που διαχέονται σε όλη μας την καθημερινότητα και σίγουρα δεν βρίσκω τον εαυτό μου να ταυτίζεται με αυτές. Έναν θεσμό,ο οποίος υπηρετεί ρόλους και συμφέροντα που έρχονται σε απόλυτη σύγκρουση με τη συνείδηση, τις ανάγκες και τα συμφέροντά μου..
Ο ρόλος του στρατού εντός των συνόρων
Ανέκαθεν ο στρατός είχε σαν ρόλο την προπαγάνδιση και την προάσπιση των εκάστοτε οικονομικών και εξουσιαστικών συμφερόντων. Από τα κράτη που δημιουργούνταν και θωρακίζονταν με βάση τη φυλή, τη θρησκεία, τις πολυεθνικές αυτοκρατορίες, μέχρι και τη σημερινή μορφή των εθνικών κρατών. Στο σήμερα, ο στρατός κάθε κράτους έχει σαν σκοπό τη διάχυση της εθνικιστικής ιδεολογίας και την ενίσχυση της εθνικής ενότητας εντός της εκάστοτε κοινωνίας. Αυτής της πλασματικής ενότητας που θέλει να μας πείσει ότι τα συμφέροντα και οι ανάγκες των καταπιεσμένων/ εκμεταλλευομένων ταυτίζονται με αυτά της εκάστοτε αστικής τάξης κάθε κράτους. Ακόμη και όταν βλέπουμε την αριστερά να προασπίζεται τα συμφέροντα των «από τα κάτω», μας καλεί να δείξουμε το πατριωτικό μας φρόνημα, είτε για λαϊκίστικους (ψηφοθηρικούς) λόγους είτε για τη συσπείρωση του «λαού» που θα βάλει πλάτες για έναν ακόμη κρατικό μηχανισμό. Για να ενισχύσει αυτή τη θέση του, ο στρατός είναι συνυφασμένος με τις μεγαλύτερες μαφίες αυτού του κόσμου, τις θρησκείες και τους φορείς που τις εκπροσωπούν. Στηρίζεται σε αυτή την κοινωνική ταυτότητα (στα μέρη μας: έλληνας – στρέητ –χριστιανός ορθόδοξος) που του επιτρέπει να ολοκληρώσει αυτό το φαντασιακό παζλ ενότητας.
Για να πετύχει αυτή η ενότητα πρέπει πρώτα να επιτευχθεί η ομοιομορφία της μάζας, ο κατακερματισμός του ατόμου μέσω της πειθάρχησης στις ιεραρχίες και τις αξίες υποταγής που κυριαρχούν ήδη μέσα στην κοινωνία. Είναι η πειθαρχία στους ρόλους που μας επιβάλλονται από τη θέση μας στην οικογένεια, στο σχολείο, στη δουλειά, και διέπουν την καθημερινότητα και τις σχέσεις μας. Για να μας κάνει να νιώσουμε «μοναδικοί» που καλούμαστε να υπηρετήσουμε, ο στρατός ενισχύει τις σεξιστικές και πατριαρχικές αντιλήψεις της κοινωνίας, πως «θα γίνουμε άντρες, ήρωες, μαχητές και λεβέντες» σαν το ισχυρό, ανώτερο φύλο που είμαστε. Όμως, επειδή η κυριαρχία παγκοσμίως χρειάζεται και άλλες ταυτότητες/ ρόλους να μπαίνουν στο κόλπο του στρατού, γίνεται ολοένα πιο συχνό το φαινόμενο να καλούνται και οι γυναίκες να υπηρετήσουν και στην ουσία να ενσαρκώσουν τα ανδρικά πρότυπα που τις θέλουν υποταγμένες. Όταν, όμως, ένα κράτος δεν μπορεί να πετύχει την ενότητα των υπηκόων του και να αφομοιώσει τις συνειδήσεις προς όφελος του, αυτό πρέπει να επιτευχθεί μέσω της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης. Αυτό είναι το σημείο που ο στρατός θα αποτελέσει το μεγαλύτερο χαρτί της καταστολής (όπως έχει κάνει και στο παρελθόν στον ελλαδικό χώρο, καταστέλλοντας απεργίες και κοινωνικές εξεγέρσεις). Ακόμη και η αστυνομία, όσο περνούν τα χρόνια, υιοθετεί αυτήν τη στρατιωτικοποιημένη και επιβλητική δομή, ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα. Και όταν κάποιο κράτος δεν μπορεί να επιβληθεί και χάνει τον έλεγχο, ο στρατός είναι έτοιμος να πάρει τη σκυτάλη και να εγκαθιδρύσει πραξικοπήματα ώστε να επανέλθει η ελεγχόμενη και διαχειρίσιμη κατάσταση εντός της κοινωνίας που θα επιτρέψει στα συμφέροντα του κεφαλαίου να υλοποιηθούν.
Εκτός των συνόρων
Ταυτίζοντας τα συμφέροντα εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων, κάθε κράτος χρησιμοποιεί το στρατό του για τη διαφύλαξη των «συμφερόντων της πατρίδας». Καθώς, όμως, αυτά τα συμφέροντα δεν ταυτίζονται, αλλά στην πραγματικότητα είναι αντίθετα, ο στρατός στην ουσία αποτελεί τον φρουρό των εδαφικών κεκτημένων και των οικονομικών συμφερόντων του κεφαλαίου σε εθνικό/κρατικό επίπεδο. Βλέπουμε, επίσης, τα κράτη να χρησιμοποιούν τους στρατούς τους για τη δημιουργία «παιχνιδιών εντυπώσεων» μέσα από στημένα σκηνικά τόνωσης του εθνικού φρονήματος. Έχει καταντήσει γελοίο κάθε φορά που επικρατεί αναβρασμός στο εσωτερικό του ελληνικού κράτους να συμπίπτει με παραβιάσεις των τούρκων στα ίμια, απειλώντας την εθνική κυριαρχία (όπως συμβαίνει και αυτή την εποχή). Επίσης, ο στρατός παίρνει μέρος σε ενδοκαπιταλιστικές συγκρούσεις οικονομικών συμμαχιών. Ειδικά ο ελληνικός στρατός, και ως μέλος της στρατιωτικής συμμαχίας του ΝΑΤΟ, έχει συμμετάσχει στις μεγαλύτερες σφαγές για την υπεράσπιση και την προαγωγή των συμφερόντων του κεφαλαίου τόσο στα βαλκάνια όσο και σε άλλες περιοχές του πλανήτη.
Ενώ ο ελληνικός στρατός έχει συμμετάσχει σε πολεμικές συρράξεις ανά τον κόσμο άμεσα ή έμμεσα, πλέον χρέος του είναι και να διαφυλάξει τα κρατικά εδάφη αλλά και την «πολιτισμένη ευρωπαϊκή ήπειρο» από εισβολές μεταναστών. Οι οποίοι, τις περισσότερες φορές, προέρχονται από πολέμους που ο ελληνικός στρατός ή οι «σύμμαχοι» πήραν μέρος. Το ελληνικό κράτος, είτε με τη μορφή του στρατού, του λιμενικού, της Frontex, είτε με τη μορφή παρακρατικών ομάδων, συλλαμβάνει, πνίγει, σκοτώνει όλους αυτούς που έρχονται να «αλλοιώσουν» την εθνική ταυτότητα, τις αξίες του ελληνισμού και της ορθοδοξίας που διακατέχουν την κοινωνία και τον εκλεπτυσμένο δυτικό ευρωπαϊκό πολιτισμό. Αλλά, επειδή το κράτος πρέπει να δείξει ένα πολιτισμένο και ανθρωπιστικό προφίλ και να χρησιμοποιήσει τους μετανάστες σαν εργαλείο για φτηνά εργατικά χέρια ή για την απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων για τη διαχείρισή τους, έχει την ανάγκη να τους ξεχωρίσει σε νόμιμους και παράνομους. Όσους δεν μπορεί να τους εκμεταλλευτεί και να αποκομίσει όφελος από αυτούς, τους στοιβάζει στα «κέντρα φιλοξενίας». Εκεί, με τη δουλειά των ανθρωποφυλάκων να την παίρνει εργολαβία ο στρατός, οι μετανάστες ζουν σε καθαρά πολιτισμένες προδιαγραφές που οδηγούν σε νεκρούς από το κρύο, τις αρρώστιες και την εξαθλίωση, και είναι έκθετοι στις ορέξεις ρατσιστών κάθε περιοχής.
Όμως, ενάντια σε αυτές τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν, υπάρχουν κομμάτια της κοινωνίας που αναγνωρίζουν τη θέση τους σ’ αυτό τον κόσμο, δεν εθελοτυφλούν ή ιδιωτεύουν, αγωνίζονται και οργανώνονται σε κοινότητες με βάση τη θέση τους στην κοινωνία και τη συνείδησή τους. Μέσα σε αυτά βρίσκω τον εαυτό μου. Αγωνιζόμαστε ενάντια σε οποιαδήποτε μορφή κρατικής δομής, ενάντια στην επέλαση του κεφαλαίου που υποτιμά τις ζωές μας συνεχώς, μέσα από οριζόντιες, αντιιεραρχικές, αυτοοργανωμένες δομές και διαδικασίες. Και επειδή ο πόλεμος είναι καθημερινός στα εργασιακά κάτεργα, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, εκεί όπου επικρατεί η απόλυτη φτώχεια και εξαθλίωση, στους κάθε λογής έγκλειστους που δέχονται όλη την εξοντωτική αυστηρότητα του κράτους, στις διαχυμένες ρατσιστικές και εθνικιστικές αντιλήψεις μέσα στην κοινωνία, καθημερινός οφείλει να είναι και ο αγώνας μας.
Σαν κομμάτι αυτών των κοινοτήτων, αρνούμαι να υπηρετήσω στο στρατό, έναν θεσμό με κάθετη μορφή οργάνωσης και ιεραρχίες, που στρέφεται ενάντια στα συμφέροντα των εκμεταλλευομένων και των καταπιεσμένων και ενάντια στις αναρχικές αξίες και θέσεις που με εκφράζουν και έχω επιλέξει σ’ αυτή τη ζωή. Αρνούμαι να πραγματώσω την υποχρέωση και το καθήκον μου απέναντι στην πατρίδα και επιλέγω να γίνω ένας ακόμη προδότης του έθνους, ενός έθνους που μόνο απέναντί μου το έχω βρει και απέναντί του θα με βρίσκει.
Επιλέγω την ολική άρνηση στράτευσης καθώς είναι μία πράξη – θέση μάχης στον κοινωνικό ταξικό πόλεμο που μαίνεται παγκοσμίως. Κατανοώντας τους συντρόφους που επέλεξαν άλλη μορφή απαλλαγής από τον στρατό (Ι5, εναλλακτική θητεία), αντιλαμβανόμενος τις δυσκολίες της επιλογής της άρνησης στράτευσης αλλά και την προσωπική στρατηγική αγώνα και τις προτεραιότητες κάθε αγωνιζόμενου, θεωρώ το στρατό ένα θεσμό εχθρικό που όχι απλώς πρέπει να αποφεύγεται αλλά, με τα χαρακτηριστικά που πρεσβεύει και τα συμφέροντα που εξυπηρετεί, οφείλουμε να τον πολεμάμε κάθε μέρα.
ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΩΡΑ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟ
ΔΕΝ ΠΟΛΕΜΑΜΕ ΓΙΑ ΚΑΝΕΝΑ ΘΕΟ – ΑΦΕΝΤΗ – ΠΑΤΡΙΔΑ
Ορφέας Κ. Θεσσαλονίκη, Μάρτιος 2017
[Αναδημοσίευση από το Αθηναϊκό Indymedia]
- Details
- Category: Αναδημοσιεύσεις
Τηλεφωνική επικοινωνία με φυλακισμένο μετανάστη στα κρατητήρια αλλοδαπών της Πέτρου Ράλλη, που έγινε στα πλαίσια του antifa cafe με την ευθύνη της Αντιφασιστικής Συνεννόησης 65 το Σάββατο 18 φλεβάρη 2017 στην πάτρα στον αυτοδιαχειριζόμενο χώρο ΑΝΑΤόΠΙΑ.
- Αλληλεγγύη στις καταλήψεις Βίλα Ζωγράφου, στέγης μεταναστών/στριών στην οδό Αλκιβιάδου και στο Αυτοδιαχειριζόμενο στέκι Αγρινίου
- Συγκέντρωση Αλληλεγγύης – Δικαστήρια Ευελπίδων (κτήριο 9) – Παρασκευή 17/2/2017, 09:00
- Σεξιστική επίθεση - Όταν η ανοχή μετατρέπεται σε οργή
- 2, 3 πράγματα που ξέρω για το κράτος, την πατριαρχία, τον πόλεμο, την αλληλεγγύη